Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

ΜΝΗΜΗΣ ΧΑΡΙΝ

του Δημήτρη Καρασάββα
Ο ΔΚ μου έκανε την τιμή να μου στείλει το κείμενό του για τον Θειομιχάλη. Τον ευχαριστώ και το δημοσιεύω. Γλυκόπικρο Χρέος προς τον Μιχάλη Αδαμίδη και τα απόμακρα πια νιάτα μας.



Ο Μιχάλης Αδαμίδης και η Αγωνία του


Ο Μιχάλης Αδαμίδης ήταν ο Κουρέας μου. Στα έμπειρα χέρια του εμπιστευόμουν τον καλλωπισμό της κόμης και συχνά το ξύρισμα του προσώπου. Η θερμή συμπάθειά του και ο λίαν περιποιητικός τρόπος απέναντί μου, στάθηκαν οι καθοριστικοί παράγοντες μιας εξίσου συχνής επαφής, που ξεπερνούσε κάθε επαγγελματική σχέση, και με τον χρόνο εδραιωνόταν στο επίπεδο δύο καλοπροαίρετων συνομιλητών, που διακατέχονται μάλιστα από την ίδια οραματική διάθεση, και συνάμα από τις ίδιες απόψεις, για τον Άνθρωπο και τον Κόσμο.
Ήθελα αυτό το μνημονικό κείμενό μου για τον Αξέχαστο Μιχάλη Αδαμίδη, να συμπέσει με την Ημερίδα της Ε.Μ.Ι.Π.Η. για τα Αρχεία, ώστε να τονιστεί η Συνεισφορά ενός Κουρέα στην συλλογή και διαφύλαξη ενός πολύτιμου αρχειακού υλικού που ενισχύει την Έρευνα στον χώρο της Τοπικής Ιστορίας. Όμως, οι υποχρεώσεις μου, μεσούσης της εξεταστικής περιόδου στο Ε.Α.Π., καθυστερούσαν την πραγμάτωση της επιθυμίας-σκοπού, επιτείνοντας βεβαίως την ανάλογη αγωνία μου να ανταποκριθώ στην, συναισθηματικά φορτισμένη, μνημόνευση του Αρχειοθέτη-Κουρέα. Έτσι, ανάμεσα στην Φιλοσοφία και την Νεοελληνική Φιλολογία, βρίσκω τον κερδισμένο χρόνο, για να πραγματώσω την επιθυμία μου, ελπίζοντας να κατευνάσω, κατ’ ελάχιστον, τον συναισθηματισμό των προθέσεών μου, αλλά και να «εξιλεωθώ» απέναντι στον Πνευματικό Δάσκαλό Μου Γεώργιο Χ. Χιονίδη, οι καθημερινές υπενθυμίσεις του οποίου, για την προσωπική μου μαρτυρία, αύξαναν την αγωνία μου και το συναισθηματικό υπέρβαρο, να ανταποκριθώ επιτέλους, με ένα μνημονικό κείμενο για τον κοινό και αγαπητό Φίλο μας. Σπεύδω λοιπόν, να προσθέσω και την δική μου μαρτυρία, ακολουθώντας τα δημοσιευμένα κείμενα των, Γ. Χ. Χιονίδη («Η άλλη άποψη», 3.6.2013, επαν. 10.6.2013, και «Βέροια», 5.6.2013), και Χρ. Σκούπρα («Η άλλη άποψη», 10.6.2013), για τον μανιώδη συλλέκτη και αρχειοφύλακα Μιχάλη Αδαμίδη.

***

Στην Οδό Μητροπόλεως 1, στο Μέγαρο Αφων Ζώκου, ήταν το Κουρείο του Μιχάλη Αδαμίδη, αγαπημένος και συχνότατα τόπος προορισμού για εμένα, από τους πλέον εμβληματικούς στην Πόλη μας. Ο στενόμακρος χώρος του Κουρείου, με την επίπλωσή του, δεν είχε τίποτε το ασφυκτικό. Θα σημείωνα εμφαντικά ότι αναδείκνυε μία ζεστασιά κι ένα προστατευτικό περιβάλλον, που παρέπεμπε σε οικογενειακή εστία, παρά σε επαγγελματικό χώρο. Ο χώρος (που θα πρέπει να γέμισε σταδιακά), εκτός από τις δύο θέσεις κουρέματος (με τους μεγάλους καθρέφτες και τις λεκανίτσες με τις βρύσες, απέναντί τους), καθώς και ο μικρός μεταλλικός καναπές αναμονής, συμπληρωνόταν από δύο φωριαμούς (έναν μεταλλικό κι έναν ξύλινο), κι ένα επίσης μεταλλικό γραφείο. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με κορνιζαρισμένες φωτογραφίες, και τουριστικές αφίσες ποικίλων θεμάτων, προς τέρψη των πελατών. Τον χώρο καλλώπιζαν τα φυτά εσωτερικού χώρου, που με τα καναρίνια, στα κλουβιά τους και το συνεχές μελωδικό τιτίβισμά τους, έδιναν ένα ξεχωριστό αισθητικό χρώμα κι έναν διαφορετικό ψυχαγωγικό τόνο, μετατρέποντας τον χώρο σε απόλυτα οικείο. Στο βάθος, πίσω από μία κουρτίνα, ένας μικρότερος χώρος, ένα καμαράκι, που το αποκαλούσαμε μάλιστα «το σκοτεινό», χρησίμευε για την έκτακτη περιποίηση των πελατών. Κι εδώ όμως, σ΄ εκείνον τον μικρούλι χώρο, υπήρχε ένας ακόμη ξύλινος φωριαμός, γεμάτος όπως και οι άλλοι με τα πάσης φύσης «χρειαζούμενα», όπως έλεγε ο κυρ Μιχάλης. Αμέσως μετά ήταν η τουαλέτα. Σ’ αυτόν τον μακρόστενο ορίζοντα, περιφερόταν η ψιλόλιγνη μορφή του Μιχάλη Αδαμίδη, όμοια με τις ζωγραφικές φιγούρες του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου. Εμένα όμως μου θύμιζε κάπως, στην εμφάνιση εννοώ, και τον Δον Κιχώτη, αλλά σε αντίθεση με τον τραγικό ήρωα του Μιγκέλ Θερβάντες, ο Κουρέας της Βέροιας είχε μυηθεί, ακολουθώντας ένα δικό του φιλοσοφικό μονοπάτι, στο τραγικό της Ύπαρξης…

***

Ο Μιχάλης Αδαμίδης ήταν ένα ακόμη, από τα αμέτρητα, θύματα των περιστάσεων της εποχής του, που εξαναγκάστηκαν βίαια, και παρά την θέλησή τους, να απομακρυνθούν από την σχολική εμπειρία. Στο κενό όμως των εγκύκλιων  σπουδών, είχε την Δύναμη της Θέλησης, κι ακολουθώντας την Αρχή του Αυτοδιδακτισμού, να κτίσει με τον χρόνο, τα θεμέλια αρχικά, και στην συνέχεια το προσωπικό μορφωτικό του επίπεδο, σμιλεύοντας παράλληλα τον ηθικό χαρακτήρα του και διευρύνοντας τον ορίζοντα του ψυχικού του κόσμου. Ήταν αφομοιωτής γενικών εγκυκλοπαιδικών γνώσεων που τον βοήθησαν πρωτίστως στην κατανόηση του Κόσμου, ενώ παράλληλα κατέστει και ένας ώριμος συζητητής, όπου η λογική συνέπεια των λόγων του δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από άλλους με ανώτερο, από το δικό του, μορφωτικό επίπεδο. Πολλές φορές έτυχε να δω τον τρόπο με τον οποίο διάβαζε, και με εντυπωσίαζε που το έκανε με τον τρόπο των μορφωμένων, δηλαδή να υπογραμμίζει επιμελώς, όσα κινούσαν τον ενδιαφέρον του, με κόκκινο στυλό και την βοήθεια χάρακα. Κι αυτό γινόταν συνεχώς σε εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία και εγκυκλοπαίδειες. Το στοιχείο όμως που τον καθιστούσε διαφορετικό, ήταν η φιλοσοφική στάση του απέναντι στην Ζωή και τον Άνθρωπο, στοιχείο που ξεκινούσε από την κατανόηση της ατελούς ύπαρξης και έφτανε μέχρι την ματαιότητα των ανθρώπινων πεπραγμένων. Αμέτρητες φορές είχα την ευκαιρία να βιώσω την ιαματική επιρροή των λόγων του, και ομολογώ πως του οφείλω πολλά, σε ό,τι αφορά μέρος από τα  δομικά στοιχεία του χαρακτήρα μου. Η αγωνία του αυτή, για το «πού οδεύουμε», γενικά, οι άνθρωποι, και τι «νόημα» έχουν όλα όσα κάνουμε, αφού μπροστά μας στέκει το αναπότρεπτο «τέλος», όλα αυτά κι άλλα πολλά λειτουργούσαν ως «φρένα», στην ορμητική – και εν πολλοίς αλαζονική – διάθεσή μου, να τα κατακτήσω όλα…

***

Δεν παίρνω όρκο, αλλά υποθέτω πως ίσως, η αγωνία του αυτή, από κάποια στιγμή, στην ζωή του, τον ώθησε να αρχίσει την μανιώδη συλλογή «τεκμηρίων» της ανθρώπινης καθημερινότητας, τα οποία αποτελούσαν γι’ αυτόν το πρώτο υλικό για την συγγραφή της Ιστορίας. Σημειώνω εμφαντικά την χαρακτηριστική μανία του για την συγκέντρωση, τακτοποίηση και προστασία του πάσης φύσεως υλικού, καθότι ο αντίστοιχος χαρακτηρισμός, το μεράκι δηλαδή, είναι πολύ φτωχός, για να προσδιοριστεί επακριβώς η περίπτωσή του. Σίγουρα ένα μεγάλο μέρος του συγκεντρωμένου υλικού (και εννοώ τα φέϊγ-βολάν), θα πρέπει να το φύλαξε ως άμεσος αποδοχέας του. Ένα άλλο μέρος (εφημερίδες, περιοδικά, έντυπα κλπ.), θα πρέπει να έφτασαν σ’ αυτόν από «δεύτερο χέρι». Θα πρέπει, σταδιακά, να αναπτύχθηκε εκ μέρους του ένα ανάλογο ενδιαφέρον, η ένταση και διάρκεια του οποίου τον συνόδευε διά βίου. Εννοώ βεβαίως εκείνο το κυριαρχικό συναίσθημα, που περιέκλειε την αγάπη του να συγκεντρώσει και να προστατέψει ένα υλικό ανεκτίμητης αξίας. Έτσι η αγάπη του μετουσιώθηκε σε Αποστολή και Σταυροφορία. Αγάπη που τον ωθούσε να παρατηρεί μέχρι και τους κάδους απορριμμάτων, αναζητώντας πεταμένα τεκμήρια του παρελθόντος. Στο δικό του ενδιαφέρον, οφείλεται η συγκέντρωση ενός πλούσιου υλικού, την αξία και χρησιμότητα του οποίου αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Το υλικό που συγκέντρωνε, το φύλαγε στους φωριαμούς, στο κουρείο του, αλλά και στο σπίτι του. Ιδιαίτερα οι φωριαμοί στο κουρείο, ήταν υπερπλήρεις, με προσεκτικά τακτοποιημένους φακέλους, ενίοτε δεμένους με σπάγκο, και αρχειοθετημένους με ένα δικό του τρόπο, κυρίως βασισμένο στο ένστικτό του. Όλο εκείνο το υλικό το αποκαλούσε «ο Θησαυρός μου», και πλειστάκις διατύπωνε το αγωνιώδες ερώτημα «τι θα απογίνει;»…

***

Ευτυχώς, ο «Θησαυρός» του Μιχάλη Αδαμίδη, κληροδοτήθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόλαβε, εν ζωή, να τακτοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο, την εκκρεμότητα και να μετριάσει την αγωνία του. Γράφω να μετριάσει – κι όχι να εξαλείψει -, καθότι ο αποχωρισμός του «Θησαυρού» του, στάθηκε οδυνηρός, λόγω προφανώς της μακροχρόνιας «κατοχής» του. Όμως, όπως και να έχουν τα πράγματα, στον «Θησαυρό» πλέον έχουν πρόσβαση οι Ερευνητές κι έτσι η αξία του ενισχύεται από την διογκούμενη φήμη που τον συνοδεύει. Κατά πρώτον, Οφείλουμε Χάριτες, στον Φιλόλογο, Ερευνητή και Λόγιο, Χρήστο Ι. Σκούπρα, που πρώτος αυτός μελέτησε και ανέδειξε την ιστορική αξία του Αρχείου Μ. Αδαμίδη. Στο θαυμάσιο βιβλίο του «Όψεις και Τομές στην Τοπική Ιστορία της Βέροιας (1924-1974)» (Εκδ. «Η ΣΥΝ(+)είδηση», Βέροια 2008) - [από το βιβλίο αυτό και η φωτογραφία του Μ.Α. που συνοδεύει το κείμενο], αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στην Ιδιωτική Συλλογή του Μιχάλη Αδαμίδη στα Γ.Α.Κ. Βέροιας, καθιστώντας τον έτσι Αθάνατο! Κατά δεύτερον, ομοίως, πρέπει να αναφέρω τον Δημοσιογράφο, Εκδότη της τοπικής Εβδομαδιαίας Εφημερίδας «Η άλλα άποψη», Αλέκο Α. Χατζηκώστα, που πλειστάκις σε ειδική στήλη («Ιστορείν») παρουσιάζει ποικίλα θέματα του Αρχείου Μ. Αδαμίδη! Και οι δύο, απαντάνε με τον τρόπο τους στο αγωνιώδες ερώτημα του Μιχάλη Αδαμίδη «τι θα απογίνει ο Θησαυρός;» του. Ο «Θησαυρός» έγινε «κτήμα» του Λαού της Βέροιας!...

***

Θα κλείσω αυτό το μνημονικό κείμενο με ένα «συμβάν» μεταφυσικών προεκτάσεων. Ο Μιχάλης Αδαμίδης συνήθιζε να αφήνει ελεύθερα (μέσα στο κουρείο του, και με κλειστή την πόρτα), τα καναρίνια του. Αυτό γινόταν όταν ήταν μόνος του, ή εξυπηρετούσε μόνον έναν πελάτη. Εγώ, βεβαίως, και λόγω της ειδικής σχέσης που είχα μαζί του, υπήρξα πολλές φορές, μάρτυρας της ελευθερίας τους. Μία μέρα, κι ενώ με κούρευε, ένα από τα καναρίνια ήρθε ξεθαρρεμένο και κάθισε στον αριστερό μου ώμο. Την στιγμή εκείνη – όπως και άλλες -, κοιτούσα δίπλα στον καθρέφτη, μία καδραρισμένη φωτογραφία της Λεωφόρου της 9ης Ιουλίου, του Μπουένος Άϊρες, του μεγαλύτερου δρόμου (με 16 λωρίδες κυκλοφορίας) στον Κόσμο. Ο κυρ Μιχάλης, που αντιλήφθηκε το καναρίνι, σταμάτησε το κούρεμα και με ταραγμένη φωνή μου είπε, «το βλέπεις;… το βλέπεις;…». Το είδα, μέσα στον καθρέφτη, αποφεύγοντας να γυρίσω το κεφάλι προς το μέρος του μήπως και το τρόμαζε η ξαφνική μου κίνηση. Ο κυρ Μιχάλης επέμενε, «αυτό κάτι θέλει…». Και ήθελε πράγματι, αφού βάλθηκε να τιτιβίζει σε μία μελωδική και «μυστική γλώσσα»… Ο κυρ Μιχάλης, συγκινημένος μου είπε, «το ακούς;… κάτι σου λέει… άκου…». Το πουλί μόλις ολοκλήρωσε τον μελωδικό σκοπό του πέταξε στο βάθος του κουρείου. Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν ανάμεσα στην μελωδία του πουλιού και στην επιμονή του κυρ Μιχάλη «κάτι σου είπε…», «κάτι» μέσα μου άνοιξε σαν πλατύς ορίζοντας και το μελωδικό τραγούδι εντύπωσε στο μυαλό μου μία σειρά από λέξεις που τις εννόησα ως γρίφο... Ξαφνιασμένος, παραξενεμένος και ταραγμένος στράφηκα προς τον κυρ Μιχάλη, κι έτσι όπως διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας ο φιλό-σοφος Κουρέας, επιβεβαιωτικά επέμενε, «ναι, κάτι σου είπε…». Συμπαντικοί Νόμοι, που δεν μπορεί να τους αγνοήσει η ανθρώπινη μηδαμινότητά μου, μου απαγορεύουν να προχωρήσω στο «ακατανόητον», πόσο δε μάλλον να αποκαλύψω το «αδιανόητον», και παρακαλώ τον αναγνώστη να εκλάβει τα παραπάνω, ως μία ακόμη «παραξενιά» του ποιητή των «Σπονδών»… Αμέσως μετά παρακάλεσα έναν περαστικό να μας βγάλει μία φωτογραφία, με την μηχανή που είχα πάντα στην τσάντα μου, έτσι για να θυμάμαι το «συμβάν». Η φωτογραφία υπάρχει στο αρχείο μου και το «συμβάν» δεν λησμονήθηκε έκτοτε…

***

Ο Μιχάλης Αδαμίδης δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Περνάω πολύ συχνά από εκεί που ήταν το Κουρείο του (που τώρα είναι αποθηκευτικός χώρος), κι έτσι όπως προσπερνάω τον παλιό αγαπημένο χώρο, προλαβαίνω να δω, να ακούσω, να νιώσω τόσα πολλά, και πάντα χαμογελώ…

Δ. Ι. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχολιάστε στα Ελληνικά,Ιταλικά,Αγγλικά αντε και Γερμανικά. Όχι greeklish ρε παιδιά!