Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

Σημαντική γνωμοδότηση κ. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας για χορήγηση εγγράφων από Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες στους πολίτες


Δεν υπάρχει τίποτε πιο χρήσιμο από έναν Δημόσιο λειτουργό που κάνει σωστά τη δουλειά του. Η εισαγγελεύς της Λάρισας ας πούμε τον Μάρτιο του 2013.  Μια λειτουργός που υπομονετικά και με απόλυτο επαγγελματισμό έγραψε και διένειμε σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες της περιοχής της αλλά και στον Δικηγορικό σύλλογο της Λάρισας ένα πολυσέλιδο πόνημα που είχε, πιστεύω, σαν αποτέλεσμα να διευκολύνει την ζωή των πολιτών της πόλης. Απ’ ότι διαβάζω πάλι και ο Δικηγορικός σύλλογος της πόλης πρέπει να ενδιαφέρθηκε και να προκάλεσε με έγγραφό του την γνωμοδότηση αυτή.
Παρατίθεται για να βοηθήσει με τη σειρά του όσους ταλαιπωρούνται από την δημόσια διοίκηση παντού αλλού. Το έγγραφο θα το βρείτε στο site του δικηγορικού συλλόγου Λάρισας απ’ όπου και αντιγράφτηκε  και απόκτησε ένα κάπως πιο φιλικό φορμά.
Η ύπαρξη αυτού του εγγράφου έγινε γνωστή στο blog από σχόλιο Ανώνυμου αναγνώστη τον οποίο ο διαχειριστής του blog ευχαριστεί από καρδίας.



5 Μαρτίου 2013/Νέα
Αρ. πρωτ./04-03-2013
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ
ΛΑΡΙΣΑΣ
ΠΡΟΣ : Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας, ενταύθα
ΚΟΙΝ. : Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες, ΝΠΔΔ,ΟΤΑ, Οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας Νομού Λάρισας
ΘΕΜΑ: Χορήγηση εγγράφων από Δημόσιες Αρχές & Υπηρεσίες στους πολίτες –έννομο συμφέρον – διαδικασία – αρμοδιότητα Εισαγγελέως  Πρωτοδικών.
ΣΧΕΤΙΚΑ :  Υπ’ αρ. πρωτ. 116/27-02-13 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας.
Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας
Aφού λάβαμε υπόψη μας τις διατάξεις:

1] του άρθρου 5 Ν. 2690/1999 [Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας], ως ισχ. κατ’ άρθρο 11§2 Ν. 3230/2004, σύμφωνα με την οποία : «§1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. §2. Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. §3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις … §4. Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται : α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο… §6. Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση εγγράφων κατά τις παραγράφους 1 και 2 ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πoλίτη είναι είκοσι (20) ημέρες».
2] του άρθρου 25§4 εδ. β Ν. 1756/1988 [Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων & Κατάστασης Δικαστ. Λειτουργών] «Ο εισαγγελέας πρωτοδικών … δικαιούται να παραγγέλει στις υπηρεσίες του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οργανισμών κοινής ωφέλειας και όλων γενικά των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα, να παραδώσουν έγγραφα ή να χορηγήσουν αντίγραφά τους, όταν το ζητήσουν νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, εκτός αν πρόκειται για έγγραφα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 261 ΚΠΔ»
Από το συνδυασμό και την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα εξής :
α] το δικαίωμα των πολιτών να λάβουν γνώση των διοικητικών εγγράφων είναι ατομικό και πολιτικό, βασιζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 20§2 Σ. Είναι δε αγώγιμο, καθώς η άρνηση της Διοικήσεως  [ρητή ή σιωπηρή] να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα είναι εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη και μπορεί να προβληθεί με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, εφόσον το αντικείμενο ή η σχέση στην οποία αφορούν τα έγγραφα ρυθμίζεται από διατάξεις του δημοσίου δικαίου. Άρα οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν άμεση και αυτοτελή υποχρέωση να επιτρέπουν υπό τους όρους του άρθρου 5 του Ν 2690/99 την πρόσβαση κάθε ενδιαφερομένου στα διοικητικά ή ιδιωτικά έγγραφα που φυλάσσουν στα αρχεία τους χωρίς να απαιτείται προηγούμενη [προκαταβολική] σχετική εντολή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών [ΕγκΕισΑΠ Αθ. Κονταξή 6/2006, ΠοινΔνη 2007, σελ. 292, Πρ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», τ. Γ1, 1982, σελ. 226, Κ. Χρυσόγονος «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα», 2002, σελ. 394, ΣτΕ 1225/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ. ΝΣΚ 125/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
β] στην έννοια των διοικητικών εγγράφων [που μνημονεύονται κατ’ ενδεικτική και όχι περιοριστική απαρίθμηση στη διάταξη του άρθρου 5§§1,2 ΚΔΔ] εντάσσονται – κατά την έννοια και το σκοπό του Νόμου – και όσα δεν εκδόθηκαν μεν ή προέρχονται από δημόσιες υπηρεσίες, πλην όμως χρησιμοποιήθηκαν από αυτές ή λήφθηκαν υπόψη τους για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης του διοικητικού οργάνου [ΓνωμΕισΑΠ Β. Μαρκή 1/2005, ΠοινΔνη 2005, σελ. 170, ΓνωμΕισΑΠ Δ. Τσίμα 2/2003, ΠοινΛογ 2003, σελ. 801, ΣτΕ 3855/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ. ΝΣΚ 243/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]

Σημείωση του  Blogger: Δηλαδή τα έγγραφα που μπορεί να είναι τοπογραφικά διαγράμματα, πίνακες, τεύχη υπολογισμών και με βάση αυτά εκδόθηκαν ή λήφθηκαν Διοικητικές αποφάσεις δεν είναι ιδιωτικά έγγραφα.  Τότε τι είδους άλλα έγγραφα κρατά στα χέρια της η διοίκηση;

γ] μόνη προϋπόθεση που τίθεται από το Νόμο προς λήψη γνώσης ή αντιγράφου ήδη εκδοθέντος και ευρισκομένου στην κατοχή της υπηρεσίας από την οποία ζητείται διοικητικού εγγράφου είναι η ύπαρξη «ευλόγου ενδιαφέροντος» προς τούτο ή «ειδικού εννόμου συμφέροντος» προκειμένου για ιδιωτικά έγγραφα. Στη δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα θα πρέπει να σχετίζονται με υπόθεση του ενδιαφερομένου, εκκρεμή ή περαιωμένη. Το επικαλούμενο κάθε φορά συμφέρον πρέπει να προσδιορίζεται σε σχετική έγγραφη αίτηση που ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει προς την εκάστοτε Αρχή με σαφήνεια. Σε αυτή θα πρέπει να καθορίζεται η ταυτότητα των αιτουμένων εγγράφων κατά τρόπο συγκεκριμένο ώστε να είναι προσδιορίσιμα ατομικώς ή βάσει ειδικού κριτηρίου, ικανού να τα κατατάξει σε ορισμένη κατηγορία ή ομάδα, προς ευχερή αναζήτηση και ανεύρεση τους. Αν η σχετική αίτηση στερείται των προαναφερθέντων στοιχείων καθίσταται αόριστη και ή άσκηση του εν λόγω δικαιώματος εκ μέρους του πολίτη καταχρηστική, ιδίως αν ο τελευταίος επανέρχεται επανειλημμένως με ανάλογα διαβήματα. Οπότε ορθώς και συννόμως η δημόσια υπηρεσία δύναται να αρνηθεί την ικανοποίηση της αφού δεν είναι νοητό να καταλήγει σε τροχοπέδη της αποτελεσματικής λειτουργίας της [ΕγκΕισΑΠ 6/2006, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 1/2005, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ο.π, Γνωμ. ΝΣΚ 95/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ ΝΣΚ 256/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ ΝΣΚ 344/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ ΝΣΚ 138/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ. ΝΣΚ 621/2002, 324/2002, 49/2001, πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη 9227/2003, ΠοινΔνη 2005, σελ. 175, από 26-03-1999 γνωμοδότηση ΕισΠρωτΑθ Σωτ. Μπάγια, ΠοινΔνη 1999, σελ. 842].
δ] η συνδρομή σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση του «ευλόγου ενδιαφέροντος» ή του «ειδικού εννόμου συμφέροντος» και το ορισμένο ή ασαφές ή καταχρηστικό της σχετικής αίτησης εναπόκειται στην εχέφρονα και αμερόληπτη κρίση του υπευθύνου υπαλλήλου της εκάστοτε αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας που επιλαμβάνεται αυτής. Σε περίπτωση απόρριψης της σχετικής αίτησης ο τελευταίος οφείλει εντός της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 5§6 ΚΔΔ 20ημερης προθεσμίας να διατυπώσει εγγράφως και αιτιολογημένως την άρνηση της Διοίκησης προς χορήγηση των ζητηθέντων εγγράφων.
ε] μόνο μετά την κατά τα ανωτέρω εκφρασθείσα άρνηση της Διοίκησης ο πολίτης δικαιούται να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών για την άσκηση της εκ του άρθρου 25§4 εδ. β` ΚΟΔ – ΚΔΛ αρμοδιότητας του προς εκτίμηση του επικαλουμένου εννόμου συμφέροντος και έκδοση σχετικής παραγγελίας. Δι’ αυτής [που τυγχάνει αυτοτελής και ανεξάρτητη κάθε άλλης εξουσίας οποιουδήποτε οργάνου] παρέχεται στο κοινό η άμεση και πλέον αποτελεσματική διοικητική προστασία προς ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης σε έγγραφα και γνώσης του περιεχομένου τους, ενόψει της συχνά παρατηρούμενης αβελτηρίας των δημοσίων υπηρεσιών προς τούτο και της αδυναμίας άμεσης ανταπόκρισης τους στις εν θέματι υποχρεώσεις τους έναντι των διοικουμένων. Ανάλογη αρμοδιότητα καθιερώνεται και από ειδικές διατάξεις, όπως π.χ. από τη διάταξη του άρθρου 1445 ΑΚ που προβλέπει τη χορήγηση στοιχείων για τα εισοδήματα και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία των υποχρέων διατροφής προσώπων προς χρήση ενώπιον των αρμοδίων για τον καθορισμό της πολιτικών Δικαστηρίων [βλ. ερμηνεία της διά της ΕγκΕισΑΠ Γ. Παντελή 7/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Γι’ αυτό θα πρέπει να υποβάλλεται προς την Εισαγγελία πλήρως ορισμένη έγγραφη αίτηση του διοικουμένου στην οποία θα επισυνάπτονται η αρχική έγγραφη αίτηση του χορήγησης εγγράφων προς τη δημόσια υπηρεσία που απευθύνθηκε, καθώς επίσης και η έγγραφη απορριπτική απάντηση της τελευταίας προς :
i] θεμελίωση της αρμοδιότητας του Εισαγγελικού λειτουργού &
ii] πληροφόρησης του για τις επί του θέματος θέσεις της Διοίκησης προς σχηματισμό της κρίσης του. Αν δεν προσκομιστούν αμφότερα τα εν λόγω έγγραφα δεν είναι δυνατή – ούτε σύννομη – η έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας προς χορήγηση εγγράφων, ως εκ τούτου σε περίπτωση υποβολής απλής και μόνον αίτησης προς τούτο χωρίς τα προαναφερθέντα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα της πορείας της υπόθεσης η έκδοση της θα αναβάλλεται μέχρι την προσκομιδή τους. Αυτονόητο είναι ότι στην αίτηση θα πρέπει να αναγράφεται ο σκοπός χρήσης του ζητουμένου εγγράφου και η Αρχή [Δικαστήριο ή άλλη] ενώπιον της οποίας θα προσκομισθεί, προς διακρίβωση του εννόμου συμφέροντος για την εκφορά της σχετικής Εισαγγελικής κρίσης. Σε κάθε περίπτωση [είτε αποδοχής είτε απόρριψης της] ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών υποχρεούται να κρίνει αιτιολογημένα για την τύχη της. Κατά τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 25§4β ΚΟΔ – ΚΔΛ  ο  Εισαγγελέας «δικαιούται» να παραγγείλει. Τούτο δεν σημαίνει διακριτική εξουσία αυτού και εφόσον διαγνώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου οφείλει να εκδώσει τη σχετική παραγγελία προς τη Διοίκηση. Σε περίπτωση που ο Εισαγγελέας προφανώς άστοχα παρήγγειλε τη χορήγηση αντιγράφων ενόσω συντρέχει νομικό κώλυμα προς τούτο η σχετική κρίση μπορεί να διορθωθεί με διακριτική υπόδειξη της Διοίκησης προς τον εκδόντα Εισαγγελικό λειτουργό, καθώς η δοθείσα παραγγελία είναι δεκτική ανάκλησης, ως επίσης και επανάληψης της, αν μεταγενέστερα εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την ανάκληση. Σε περίπτωση ανάκλησης και επανάληψης της παραγγελίας, εκτελεστέα είναι η τελευταία. Πλην όμως η τελική κρίση ανήκει πάντα σε αυτόν ως μόνο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο. Αντίστοιχα, σε περίπτωση φανερά εσφαλμένης απόρριψης ανάλογης αίτησης δεν αποκλείεται από τις κείμενες διατάξεις ενδεχόμενη προσφυγή στον αμέσως ανώτερο Εισαγγελέα, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 24§4α Ν. 1756/88 περί ιεραρχικής εξάρτησης των λειτουργών του Εισαγγελικού κλάδου. Όμως αυτός θα είναι πάντα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών που θα επανεκτιμήσει την τυχόν λανθασμένη κρίση Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών ή Εισαγγελικού Παρέδρου της ίδιας υπηρεσίας, ενόψει της εκ του νόμου ρητής απονομής της σχετικής εξουσίας σε Εισαγγελικούς λειτουργούς που υπηρετούν στον Α’ βαθμό, κατ’ άρθρο 25§4β ΚΟΔ–ΚΛΔ. Εκ του λόγου τούτου στην απίθανη περίπτωση έκδοσης αντιφατικών παραγγελιών, εκτελεστέα θα είναι η προερχόμενη από τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία [ΓνωμΕισΑΠ Ι. Χρυσού 7/2007, ΠοινΔνη 2007, σελ. 985, ΕγκΕισΑΠ 6/2006, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 1/2005, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ο.π, ΔιατΕισΠλημΑθ 53134/2010, ΠοινΧρ 2012, σελ. 128, Γνωμ. ΝΣΚ 150/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 1787/2009].
στ] αν η αίτηση γίνει δεκτή η σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα έχει διφυή χαρακτήρα, ήτοι τόσο ιδιότυπης πράξης διοικητικού χαρακτήρα, όσο και δικαστικής διάταξης, προερχόμενη από δικαστικό λειτουργό ενεργούντα με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη  εν λόγω ιδιότητα του [άρθρο 87 κ. επ. Σ.]. Ως εκ τούτου θα πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αίτησης, χωρίς την ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη της. Εφόσον φέρει τα χαρακτηριστικά αυτά είναι δεσμευτική για τη δημόσια διοίκηση, με την Αρχή όπου απευθύνεται υποχρεωμένη στη χορήγηση των ζητηθέντων αντιγράφων, έστω και αν έχει διαφορετική άποψη. Σε περίπτωση τυχόν άρνησης των αρμοδίων υπαλλήλων να εκτελέσουν την Εισαγγελική παραγγελία ενδέχεται η από μέρους τους διάπραξη απείθειας ή παράβασης καθήκοντος (άρθρα 169, 259 ΠΚ) και η αναζήτηση της αντίστοιχης ποινικής τους ευθύνης, πέραν της πιθανής αντίστοιχης αστικής, κατ’ άρθρα 104, 105 ΕισΝΑΚ. Προς τούτο η παρακολούθηση της εκτέλεσης της παραγγελλομένης ενεργείας και η επιβολή των συνεπειών για τη μη συμμόρφωση σε αυτή αποτελεί υποχρέωση του εκδόντος την παραγγελία Εισαγγελέα [ΓνωμΕισΑΠ 7/2007, ο.π., ΕγκΕισΑΠ 6/2006, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 1/2005, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ο.π, ΕγκΕισΑΠ Αν. Καπόλλα 5/1998, Υπερ. 1999, σελ. 1014, από 26-03-1999 ΓνωμΕισΠρωτΑθ, ο.π., ΓνωμΝΣΚ 94/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
ζ] τέλος :
i) o υπηρεσιακός χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ως «εμπιστευτικού» δεν αρκεί για την μη ικανοποίηση αιτήματος για τη χορήγηση αντιγράφου του αν δε συντρέχει άλλος λόγος που καθιστά μη νόμιμη την αίτηση για πρόσβαση τρίτου σ` αυτό
ii) είναι σύννομη η άρνηση χορήγησης εγγράφων αν αυτά αφορούν ή περιέχουν στοιχεία που προστατεύονται από ειδικές διατάξεις [πέραν των εγγράφων του άρθρου 261 ΚΠΔ, που ρητώς μνημονεύονται στη διάταξη του άρθρου 25§4β Ν. 1756/88] ή ρυθμίσεις που καθιερώνουν απόρρητο [πχ φορολογικό απόρρητο κατ’ άρθρο 85 Ν 2238/1994 ή επιχειρηματικό απόρρητο κατ’ άρθρο 4§7 Ν. 2206/1994 περί λειτουργίας καζίνο] ή ενσωματώνουν δικαιώματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας ή αφορούν την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή, τέλος, όταν υφίστανται ρητές διατάξεις που αποκλείουν την πρόσβαση σε έγγραφα για λόγους δημοσίου συμφέροντος σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, όπως π.χ. αυτή του άρθρου 84§§1, 2, 4 του Ν 3386/2005 που αποκλείει της σχετικής προστασίας υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν αποδεικνύουν δια νομίμων εγγράφων ότι εισήλθαν και διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα [ΕγκΕισΑΠ 6/2006, ο.π., Γνωμ ΕισΑΠ Γ. Αρβανίτη 17/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 389, Γνωμ ΝΣΚ 135/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  Γνωμ. ΝΣΚ 244/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ. ΝΣΚ 307/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] iii) δεν αποκλείεται η χορήγηση αντιγράφων εγγράφων έστω και αν στα τελευταία περιλαμβάνονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του Ν 2472/1997, καθώς ανάλογο απόρρητο δεν καθιερώνεται από τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Άλλωστε ο ΚΔΔ [Ν. 2960/99] είναι μεταγενέστερος του Ν 2472/97, οπότε αν ο νομοθέτης ήθελε να θεμελιώσει απόρρητο ως προς την πρόσβαση στα έγγραφα που συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο του Ν 2472/1997 θα το όριζε ρητώς κατά τη θέσπιση του. Τα ανωτέρω ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, όταν δε λαμβάνει χώρα ούτε καν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι προφανές ότι αν η υποχρέωση ανακοίνωσης απορρέει από το νόμο [όπως στην προκείμενη περίπτωση από τη διάταξη του άρθρου 5 ΚΔΔ] η εν λόγω μορφή «επεξεργασίας» είναι επιτρεπτή και δεν απαιτείται συγκατάθεση του υποκειμένου. Σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η χορήγηση εγγράφων με τέτοιο αντικείμενο με την προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων φυσικού προσώπου κατ’ άρθρο 5§1 Ν 2472/97 [ΕγκΕισΑπ 6/2006, ο.π., Γνωμ ΝΣΚ 396/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ ΝΣΚ 273/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνωμ. ΝΣΚ 29/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΝΣΚ 63/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] iv] αν τμήμα ή μέρος του περιεχομένου του ζητουμένου εγγράφου εμπίπτει σε μία από τις παραπάνω εξαιρέσεις χορηγητέο είναι απόσπασμα του, με απάλειψη του αποκλειομένου τμήματος και σχετική περί τούτου μνεία στο αντίγραφο του αποσπάσματος [Γνωμ. ΝΣΚ 105/2012, Γνωμ. ΝΣΚ 29/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ] v] αποκλείεται η χορήγηση εγγράφων αν από ειδικές διατάξεις επιβάλλεται μυστικότητα της διενεργούμενης διοικητικής διαδικασίας [πχ επί ΕΔΕ προς εντοπισμό πειθαρχικών ευθυνών δημ. υπαλλήλων, Γνωμ. ΝΣΚ 454/2012 και συνολικά για τα υπό στ. ζ βλ.  ΓνωμΕισΑΠ 1/2005, ο.π., ΓνωμΕισΑΠ 2/2003, ο.π., ΓνωμΝΣΚ 94/2001, ΓνωμΕισΑΠ 17/1997, ο.π., ΓνωμΝΣΚ 94/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ενόψει των προηγηθέντων και σε απάντηση του υπ’ αρ. 116/27-02-2013 εγγράφου σας η τηρητέα διαδικασία προς έκδοση  εισαγγελικής παραγγελίας προς διοικητικές Αρχές για τη χορήγηση αντιγράφων εγγράφων σε πολίτες που δικαιούνται πρόσβασης σε αυτά λόγω εννόμου συμφέροντος έχει συνοπτικώς – κατά χρονική σειρά ενεργειών - ως εξής :
1] υποβολή έγγραφης αίτησης του πολίτη προς την διοικητική Αρχή με σαφές και ορισμένο αίτημα και αναφορά του επικαλουμένου εννόμου ή ευλόγου συμφέροντος
2] έγγραφη και αιτιολογημένη απόρριψη της
3] υποβολή έγγραφης αίτησης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών με συνημμένες σε αυτή την αρχική αίτηση προς τη διοικητική Αρχή και την έγγραφη απόρριψη της από την τελευταία
4] έκδοση αιτιολογημένης Εισαγγελικής παραγγελίας σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης και διαβίβαση της προς τη διοίκηση που υποχρεούται να την εκτελέσει άμεσα.
Δυνάμει των προεκτεθέντων είναι προφανές ότι μόνο μετά την τήρηση της προπεριγραφείσας διαδικασίας είναι νοητή και σύννομη η έκδοση Εισαγγελικής παραγγελίας χορήγησης αντιγράφων εξ εγγράφων, κατ’ άρθρο 25§4β Ν. 1756/88. Οπότε μόνο μετά την πραγματοποίηση της θα πρέπει να λαμβάνει χώρα η προσφυγή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών προς τούτο. Συνεπώς προς αποτροπή ταλαιπώρησης των πολιτών – εντολέων και των μελών του Συλλόγου σας, άσκοπης επιβάρυνσης των λειτουργών της Υπηρεσίας μας που ασκούν καθήκοντα Εισαγγελέων ακροάσεων [και της γραμματείας αυτής] και αποφυγή διενέξεων με τους φορείς της δημόσιας διοίκησης δέον όπως η παρούσα [κοινοποιούμενη με σχετική παραγγελία μας πιστής εφαρμογής της προς τις διοικητικές Αρχές της περιφερείας μας] γνωστοποιηθεί στα μέλη σας, ώστε να επιτευχθεί η πλέον εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών της περιοχής μας προς όφελος των πολιτών.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΟΥΣΑ
ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ

1 σχόλιο:

Σχολιάστε στα Ελληνικά,Ιταλικά,Αγγλικά αντε και Γερμανικά. Όχι greeklish ρε παιδιά!